Το Θεμα της Ημερας: Πόσο κοστίζει η ...βροχή? Του Ιωαννη Ρουσόδημου
Τα τελευταία χρόνια καταγράφεται με σαφήνεια η μετατόπιση από τις ήπιες, παρατεταμένες βροχές σε σύντομα αλλά εξαιρετικά ισχυρά επεισόδια, κατά τα οποία μεγάλοι όγκοι νερού πέφτουν σε περιορισμένο χρονικό διάστημα.
Το φαινόμενο αυτό ασκεί ασφυκτική πίεση στις υποδομές, οι οποίες συχνά αδυνατούν να απορροφήσουν τον όγκο των υδάτων, οδηγώντας σε υπερχειλίσεις δρόμων, εγκλωβισμούς οχημάτων και πλημμύρες σε κατοικίες και επιχειρήσεις.
Η ουσία του προβλήματος δεν έγκειται τόσο στη συνολική ποσότητα της βροχής, όσο στον ρυθμό και την έντασή της. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιριών Ελλάδος (ΕΑΕΕ), η Ελλάδα πλήττεται πλέον συστηματικά από ακραίες βροχοπτώσεις και πλημμύρες, με το οικονομικό τους αποτύπωμα να είναι ιδιαίτερα υψηλό και έντονα μεταβαλλόμενο. Όπως προκύπτει από τα δεδομένα, τα περισσότερα επεισόδια κοστίζουν ασφαλιστικά από 5 έως 20 εκατ. ευρώ, όπως η κακοκαιρία «Bora» το 2024 με περίπου 18,7 εκατ. ευρώ και η «Elias» το 2023 με περίπου 17,3 εκατ. ευρώ, ενώ ακόμη και πιο περιορισμένα φαινόμενα, όπως αυτά της άνοιξης του 2025, ανήλθαν σε 7,2 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, η εικόνα αλλάζει δραματικά σε ακραίες περιπτώσεις, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την κακοκαιρία «Daniel» το 2023, αφού οι αποζημιώσεις εκτινάχθηκαν στα περίπου 372 εκατ. ευρώ, αποτυπώνοντας το εύρος του κινδύνου. Συνολικά, τα στοιχεία δείχνουν ότι οι βροχοπτώσεις αποτελούν πλέον μία από τις βασικές αιτίες ζημιών από φυσικές καταστροφές στη χώρα, με το κόστος να συγκεντρώνεται κυρίως τους φθινοπωρινούς μήνες και να πλήττει κατά κύριο λόγο εμπορικές και βιομηχανικές εγκαταστάσεις, επιβεβαιώνοντας ότι η Ελλάδα εντάσσεται πλέον στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χάρτη των αυξανόμενων οικονομικών επιπτώσεων από ακραία καιρικά φαινόμενα. Η έκθεση της Allianz Commercial για τις σοβαρές καταιγίδες μεταφοράς (Severe Convective Storms – SCS) καταλήγει ουσιαστικά σε μία κεντρική διαπίστωση: αυτό που μέχρι πρόσφατα αντιμετωπιζόταν από την ασφαλιστική αγορά και πολλές επιχειρήσεις ως «δευτερεύων κίνδυνος», εξελίσσεται πλέον σε μία από τις πιο δαπανηρές και σύνθετες φυσικές απειλές για περιουσιακά στοιχεία, υποδομές, εφοδιαστικές αλυσίδες και επιχειρησιακή συνέχεια.
Η μελέτη περιγράφει τις SCS ως ακραία επεισόδια που μπορούν να εκδηλωθούν με πολύ ισχυρούς ανέμους, ανεμοστρόβιλους, χαλάζι, κεραυνούς, έντονες βροχοπτώσεις και αιφνίδιες πλημμύρες, συχνά με πολύ μικρό χρόνο προειδοποίησης. Για να χαρακτηριστεί μια καταιγίδα ως severe convective storm, πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον ένα από τα εξής: ανέμους άνω των 100 χλμ./ώρα, χαλαζόκοκκους διαμέτρου τουλάχιστον 2,5 εκατοστών ή ανεμοστρόβιλο. Η έκθεση εξηγεί επίσης ότι μέσα στην ίδια κατηγορία εντάσσονται φαινόμενα όπως straight-line winds, derechos, microbursts και macrobursts, τα οποία μπορούν να προκαλέσουν εκτεταμένες ζημιές σε κτίρια, δίκτυα και εξοπλισμό.
Το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι οι απώλειες από αυτές τις καταιγίδες έχουν εκτιναχθεί. Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι ασφαλισμένες ζημιές από SCS την τριετία 2023-2025 έφθασαν τα 208 δισ. δολάρια σε σημερινές τιμές, ενώ μόνο το 2025 οι ζημιές από SCS αντιστοιχούσαν σχεδόν στο ήμισυ των συνολικών ασφαλισμένων απωλειών από φυσικές καταστροφές, φτάνοντας τα 60 δισ. δολάρια. Η έκθεση τονίζει ότι οι απώλειες του 2025 ήταν 1,3 φορές υψηλότερες από τον δεκαετή μέσο όρο, ενώ στις ΗΠΑ ήταν 1,4 φορές πάνω από τον μέσο όρο της περιόδου 2015-2024, όταν ο μέσος όρος ήταν 36 δισ. δολάρια. Επιπλέον, περίπου το 85% των παγκόσμιων απωλειών της τριετίας εντοπίστηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Του Ι.Ρουσόδημου Agency Manager, Ασφαλιστικού και Χρηματοοικονομικού συμβούλου ΝOW-IONIOS Agency Group.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου