29 χρόνια χωρίς τη Σωτηρία Μπέλλου


 Σωτηρία Μπέλου.Εφυγε στις 27 Αυγούστου το 1996.(Ανωστες στιγμές από τη ζωή της).


Πήρε το όνομα του παππού της που ήταν ιερέας, παπαδοπαίδι, έψελνε μαζί του και ήταν το καταφύγιο της όταν ως ατίθασο παιδί οι γονείς της συχνά την τιμωρούσαν. 


Βλέπει στα εφηβικά της χρόνια την ταινία «Η Προσφυγοπούλα» με την Σοφία Βέμπο. Η ερμηνεία της την μάγεψε, «θα γίνω τραγουδίστρια, τέλειωσε». Η μητέρα της «θα σε τσακίσω στο ξύλο, παλιο-βρωμιάρα, λάκκο θα ανοίξω και θα σε βάλω μέσα». Αμέσως παρηγοριά στον παπα-Σωτήρη


Σε ηλικία 17 ετών παντρεύτηκε έναν υπάλληλο των ΚΤΕΛ, κάνοντας τους γονείς της να πιστέψουν ότι μπήκε στον ίσιο δρόμο, τον προίκισαν μάλιστα με ένα λεωφορείο. Αυτός αποδείχτηκε μέθυσος που την κακοποιούσε, πέντε μηνών έγκυος την κλώτσησε στην κοιλιά και απέβαλε. Σε έναν καυγά στο μπακάλικο του πατέρα της στην Χαλκίδα ενώ καθάριζε κάτι βαρέλια του κρασιού με βιτριόλι, αυτός την κλώτσησε, του ρίχνει το βιτριόλι στο πρόσωπο, έγινε πρωτοσέλιδο “Η σκύλα με έφαγε, με στράβωσε, σώστε με". Την δικάζουν το 1937, μένει έξι μήνες στη φυλακή, εκεί έρχεται σε επαφή με την ερωτική της φύση και με την κομμουνιστική ιδεολογία


Το στίγμα της φυλακής βαρύ για τη μικρή κοινωνία στην οποία ζούσε. . Ο αποτυχημένος γάμος, η περιθωριοποίηση και οι καυγάδες με την οικογένειά της την οδήγησαν στην απόφαση να αναζητήσει την τύχη της στην Αθήνα. 


29 Οκτωβρίου 1940, λίγες ώρες μετά την έναρξη του πολέμου ταξίδευε με τρένο από τη Χαλκίδα προς την Αθήνα αναζητώντας μια νέα ζωή, με μεγάλο της όπλο την φωνή της. Πίστευε στον εαυτό της. Στην Αθήνα μόνη και άστεγη, κοιμάται μέσα στα βαγόνια, πουλάει παστέλια, σφουγγαρίζει το πεντάρι ενός δικηγόρου στην οδό Μαυρομιχάλη. Συγκεντρώνει χρήματα, αγοράζει μια κιθάρα και ξεκινάει να τραγουδάει σε ταβερνάκια , τραγουδούσε, έπαιρνε κάποια χρήματα, έφευγε πήγαινε σε ένα άλλο ταβερνάκι. 


Μέσα στην κατοχή, 20 ετών συνελήφθη και οδηγήθηκε στα μπουντρούμια της Γκεστάπο στην οδό Μέρλιν επειδή έκλεψε μια κουραμάνα από ένα φορτηγό των Γερμανών. Την σακάτεψαν στο ξύλο. 


Παίρνει μέρος στα Δεκεμβριανά , τραυματίζεται στο χέρι, τρίτη φορά φυλακή “κάποια στιγμή με άφησαν ελεύθερη. Μόλις βγήκα, είχα πάρει μια κουβέρτα και με σχισμένα παπούτσιa βάδιζα προς την Ομόνοια, με βλέπει ένας αξιωματικός “ σ' αφήσανε μωρή Βουλγάρα.” του λέω, δεν είμαι Βουλγάρα, είμαι Ελληνίδα. Μ' αρπάζει, με πλακώνει στο ξύλο και πάλι φυλακή" 


Το 1947 σε ένα κουτούκι στα Εξάρχεια έγινε η γνωριμία που άλλαξε τη ζωή της "ο θεατρικός συγγραφέας Κίμωνας Καπετανάκης, μ' άκουσε, του άρεσα και αυτός πήγε και βρήκε τον Τσιτσάνη ήρθε μ' άκουσε, του άρεσα, με πήγε στην εταιρεία και αυτό ήταν, το 1947-1948 έγραφε το πρώτο της δίσκο, γίνεται αν όχι η πρώτη, η δεύτερη γυναίκα σε πάλκο με 10 άνδρες. Η μόνη διαφορά ήταν ότι υιοθέτησε ένα ανδρικό στυλ πάρα πολύ ενδιαφέρον. 


Στο πλευρό του Τσιτσάνη η φήμη της απογειώθηκε. Η συνεργασία τους όμως έληξε μετά από ένα απρόοπτο επεισόδιο. Στις Τζιτζιφιές, στο 1948, μέσα στο εμφύλιο, ένα βράδυ είχαν πάει κάποιοι ακροδεξιοί Χίτες και της παράγγειλαν τον ύμνο του Βασιλιά «Του Αϊτού ο γιος» που δεν υπήρχε περίπτωση να το πει η Σωτηρία, ξεκινά καβγάς, την κυνηγήσανε με μαχαίρια, την διώξαν από το μαγαζί και είχε παράπονο ότι κανένας από τους άντρες δεν σηκώθηκε να την υπερασπιστεί, πολύ περισσότερο ο Τσιτσάνης.


Τη θέση της στο πλευρό του Τσιτσάνη πήρε η Μαρίκα Νίνου, στο καφενείο των μουσικών, στου Μάριου στην Ομόνοια (απέναντι από τον σημερινό Χόντο), την βρίσκει την σπάει στο ξύλο, την έστειλε στο νοσοκομείο.


Την περίοδο της επαγγελματικής της ακμής ό,τι λεφτά έβγαζε τα παίζει στα ζάρια 

“Εγώ όταν ξέμενα πήγαινα στον αδερφό μου που ήταν γιατρός γυναικολόγος του έλεγα ότι έχω απλήρωτους λογαριασμός και μου έδινε; μια μέρα σπάει ο διάβολος το ποδάρι του και περνάει από εκεί που παίζαμε χαρτιά και με βλέπει, μου λέει δεν πρόκειται να σου ξαναδώσω τίποτε, το είπε και το έκανε, πήγαινα ξανα-πήγαινα τίποτα, έτσι πιάνω ένα σκύλο που είχα και πάω στο ιατρείο, η αίθουσα αναμονής φουλ με γκαστρωμένες, μπουκάρω και αμολάω τον σκύλο αγριεύτηκαν οι γκαστρωμένες αγρίεψε και ο σκύλος, βγαίνει ο αδελφός μου και μου έδωσε οτι ειχε και δεν ειχε 


Καψουρεμενη με την Μπέμπα Μπλάνς, όταν εμφανίστηκε άντρας στο μαγαζί που την συνόδευε, έσπασε το ποτήρι και πήγε να τον χαρακώσει, μόλις 33 ετών κόβει τις φλέβες της “εγώ της τα έδωσα όλα, την έκανα τραγουδίστρια την έφερα κοντά μου και εκείνη φεύγει με αυτόν τον άντρα”. Νοσηλεύτηκε και μετά κλείνεται σε ψυχιατρείο. Δραπετεύει πηγαίνει με τα πόδια έως το μαγαζί που ήταν ο Τσιτσάνης λέει στο πορτιέρη πήγαινε πες του να μου δώσει μερικά λεφτά για να πάρω ταξί να πάω σπίτι μου γυρίζει πίσω ο πορτιέρης και της λέει ο κύριος Τσιτσάνης είπε να πάς με τα πόδια 


Για μερικά χρόνια άνεργη και ξεχασμένη. Στις αρχές της δεκαετίας του 60 άρχισε και πάλι τις ζωντανές εμφανίσεις σε ένα ταπεινό κουτούκι στην Κολοκυνθού Αυτή ήταν και η στιγμή που η καριέρα της εκτοξεύτηκε ξανά. Το 1966 επανήλθε δισκογραφικά με το άλμπουμ τα Ρεμπέτικα της Σωτηρίας Μπέλλου και από τα μέσα της δεκαετίας του 70 έφτασε στην κορυφή 


Σκεφτείτε για την εποχή της ρεμπέτισσα, κομμουνιστρια, λεσβία, τζογαδόρισσα, όχι μόνο επιβίωσε αλλά και έφτασε στην κορυφή 

Φωνές σαν της Σωτηρίας βγαίνουν μία φορά στα 150 χρόνια, δηλώνει ο Μάνος Χατζιδάκις οτι είχε πει και για τον Στέλιο Καζαντζίδη.


Ένας δημοσιογράφος που' χε πάει κάποτε να της πάρει συνέντευξη τρόμαξε όταν μπήκε σπίτι της και είδε καδραρισμένη μια φωτογραφία του Δράκουλα των Καρπαθίων! Μη σκιάζεσαι, τον ηρέμησε εκείνη, είναι θαυμαστής μου κι έπειτα του εξήγησε πως ο πιο διασημος Δρακουλας της οθόνης, φανατικός φιλέλληνας που μιλούσε αρχαία ελληνικά, ο Christopher Lee μάζευε φανατικά τις ηχογραφήσεις της από τη δεκαετία του 1950 και την θεωρούσε εφάμιλλη της Billie Holiday! 


Ο φίλος συγγραφέας Θανάσης Τριαρίδης μας λέει : 

τραγουδάει τα ρεμπέτικα σαν προσευχές, τραγουδούσε και δεν κοιτούσε ούτε κάτω στο πάτωμα, ούτε ευθεία μπροστά, κάπου στο ενδιάμεσο στο κενό, ντυμένη με το πουλόβερ και τη φούστα της, τα χοντρά γυαλιά της ένα ατόφιο πολιτισμικό διαμάντι που δεν θέλει γύρω-γύρω καμία φιοριτούρα. 

Είπε ο Τσαρούχης, τον ελληνισμό τον βρίσκεις στην Κάλλας και στην Μπέλλου, τα ρεμπέτικα τα τραγουδούσε όπως τραγούδαγε η Κάλλας την “Casta Diva”, λέει ένας αλήτης πέθανε και μέσα στο γύρισμα της φωνής της, τον κηδεύει τον αλήτη που πέθανε. Το εννοεί αυτό που λέει. Δεν μπορείς να βρεις εύκολα ανθρώπους που εννοούν τον στίχο. 


Το 1975, όσοι ακούσαμε στο «Ζεϊμπέκικο» του Διονύση Σαββόπουλου, ένα από τα ωραιότερα έντεχνα τραγούδια, την Μπέλλου να λέει «Σήκω ψυχή μου δώσε ρεύμα. βάλε στα ρούχα σου φωτιά. βάλε στα όργανα φωτιά. να τιναχτεί σαν μαύρο πνεύμα. η τρομερή μας η λαλιά» δεν μπορούμε να το ακούσουμε από κανέναν άλλον τραγουδιστή ή το λέει η Μπέλλου ή δεν το λέει κανένας. Τέρμα. Έκλεισε το τραγούδι.

Τραγούδησε Δήμο Μούτση. Δεν λες κουβέντα, κρατάς κρυμμένα μυστικά και ντοκουμέντα. Έκλεισε το τραγούδι. Δεν τολμάει να το ξαναπεί άλλος. 

Τραγούδησε Δημήτρη Λάγιο. Θα με δικάσει ο κούκος και το αηδόνι. Έκλεισε το τραγούδι. Δεν μπορεί να το πει άλλος. 

Τραγούδησε Ηλία Ανδριόπουλο. «Μην κλαις και μη λυπάσαι που βραδιάζει». Έκλεισε το τραγούδι. Δεν τολμάει να το ξαναπεί άλλος. 

Είναι μέσα στο τραγούδι δεν τραγουδάει για τους άλλους αλλά εξομολογείται την αλήθεια της, οτι δεν μπορούσε να πει με τα λόγια. Τραγούδια ανεπανάληπτα που σχεδον 30 χρόνια μετά το θάνατό της δεν τολμάει κυριολεκτικά να τα πει άνθρωπος 

Και δεν τολμούμε να τα ακούσουμε έξω απ' αυτήν 


Το 1994 διαγνώστηκε με καρκίνο. Πίστευε στον Θεό, ήταν θρησκευόμενη, το σπίτι της ήταν γεμάτη από εικονίσματα, πίστευε ότι θα γίνει καλά. Σύντομα έχασε τη φωνή της.


Γεννήθηκε στις 22 Αυγούστου του 1921 και σαν σήμερα στις 27 Αυγούστου 1997, πέντε μέρες μετά τα 76α γενέθλια της, έφυγε για να συναντήσει τους φίλους της. 


Θέλω να με κηδέψετε δίπλα στο Τσιτσάνη, τελικά την βάλανε δίπλα στο Ξυλούρη και αυτός φίλος της ήταν.


Εγώ όταν πεθάνω θα ήθελα να έχω ένα μάτι ανοιχτό να δω το θάνατο μου. Να δω αυτούς που θα έρθουν. Να βάλω απουσίες. Να ακούσω τι θα πουν. Χρώματα θέλω στα θάνατό μου! Χρώματα! 


Οσο νοσηλευόταν το πρωι ήταν μια συνηθισμένη ασθενής. Το βράδυ όμως ήταν η Μπέλλου.

Ο σημερινός Πρόεδρος της Βουλής, ο Νικήτας Κακλαμάνης γιατρός και φίλος της μας λέει :

Πηγαίνοντας να τη δω, της άφηνα φεύγοντας κάτω από το μαξιλάρι της λίγα χρήματα αν ήθελε να πάρει κάτι. Μια μέρα λοιπόν, μου τηλεφωνεί η προϊσταμένη της κλινικής και μου λέει, σε παρακαλώ πολύ, μην ξαναφησεις λεφτά στην Μπέλλου, μου έχει διαλύσει τη βραδινή βάρδια. Σηκώνεται από το κρεβάτι, πάει στο γραφείο του προσωπικού και παίζει ζάρια με τους νοσοκόμους με τα λεφτά που της αφήνεις “δεν πάω για τα λεφτά, πάω για το παιχνίδι, αλλά άμα χάνω, με καβαλάει ο διάολος” Αυτή ήταν η Μπέλλου


φωτο Σπύρος Στάβερης στην LIFO


στα σχόλια, απο τα αγαπημένα μου με την φωνή της

Η άμαξα μέσ’ στη βροχή, τράβα αμαξά μου, να χαρείς,

το κορίτσι που ‘ναι μέσα όμορφο σαν πριγκηπέσα,

μη μου βραχεί/μην τυχόν και μου βραχεί

Από Δημήτρης Τριάντος!.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις

Messapia Travel

Messapia Travel
Όπου ονειρεύεσαι να βρεθείς.... Καλαβρής

Footer

Ακολούθησε το EviaSmile